ἔκδεια

ἔκδεια, ,
A falling short, being in arrear, φόρων καὶ νεῶν in tribute and ships, Th.1.99 (pl.), cf. Hyp.Fr.136, BGU976.19 (ii A.D.), Lib. Or.36.10 (pl.), v.l.in D.32.30.
2 deficit, PRev.Laws17.1, al. (iii B.C.).
3 shortage, lack,

ὕδατος PRyl.81.13

(ii A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκδεια — ἔκδεια, η (Α) 1. καθυστέρηση 2. έλλειψη 3. έλλειμμα 4. ελάττωση εισοδήματος ή εσόδων …   Dictionary of Greek

  • ἔκδεια — falling short fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδείας — ἐκδείᾱς , ἔκδεια falling short fem acc pl ἐκδείᾱς , ἔκδεια falling short fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδείαις — ἔκδεια falling short fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδειαι — ἔκδεια falling short fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδειαν — ἔκδεια falling short fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.